|
|
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΛΗΜΝΟ
Η Λήμνος βρίσκεται στη Βορειανατολική άκρη του Αιγαίου ανάμεσα στη Σαμοθράκη, το Άγιον Όρος, την
Λέσβο και την Ίμβρο. Είναι το όγδοο σε μέγεθος
Ελληνικό νησί και έχει μια αξιοσημείωτη σε μάκρος ακτογραμμή, με δεκάδες όρμους και εγκολπώσεις να της προσδίδουν ένα μόναδικο σχήμα.
Μέχρι τη δεκαετία του ’50 παραγόταν στο νησί βαμβάκι περιζήτητο στις αγορές. Μετά από το βαμβάκι της Αλεξανδρείας θεωρούνταν το καλύτερο. Είχε χτιστεί μάλιστα εκκοκιστήριο – ένα εντυπωσιακό πέτρινο κτίριο στην έξοδο της Μύρινας – για την επεξεργασία του. Το σκληρό σιτάρι του νησιού ήταν και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικής ποιότητας. Από αυτό γίνονται και οι χυλόπιτες – φλομάρια τις λένε στη Λήμνο – που παράγουν οι τοπικές βιοτεχνίες. Στην εποχή του Βυζαντίου αποτέλεσε το σιτοβόλωνα της Κωνσταντινούπολης. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια η παραγωγή του έχει μειωθεί. Το κρασί του νησιού είναι πασίγνωστο. Τα περισσότερα αμπέλια καλλιεργούνται στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου. Και το μέλι – θυμαρίσιο και ιδιαίτερα εύγευστο – γίνεται ανάρπαστο. Ιδιαίτερος λόγος για το τυρί δε χρειάζεται να γίνει. Το καλαθάκι Λήμνου το ξηρό τυρί έχουν αναρίθμητους θαυμαστές σ' όλον τον κόσμο.
Πρωτεύουσα του νησιού είναι η Μύρινα. Μύρινα ήταν το όνομα της γυναίκας του πρώτου βασιλιά της Λήμνου, του Θόαντα. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50 την έλεγαν Κάστρο, οι παλιότεροι τη λένε ακόμα Χώρα.
Στο Μουσείο – νεοκλασικό κτίριο του Ρωμέικου γυαλού που πρόσφατα αναπαλαιώθηκε, φυλάσσονται και εκτίθενται τα
ευρήματα που απέδωσαν οι ανασκαφές της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής και της Κ’ Εφορείας Κλασικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων, καθώς και εκείνα
που έφτασαν στη Λήμνο από τη γειτονική Ίμβρο.
Στο Ρωμέικο γυαλό είναι και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Εντυπωσιακό το κτίριο που υπήρξε άλλοτε η κατοικία του Αιγυπτιώτη Αντώνη Αντωνιάδη που το 1911 το πρόσφερε στην Ιερά Μητρόπολη Λήμνου και Αγίου Ευστρατίου. Σήμερα λειτουργεί εδώ και το μοναδικό εκκλησιαστικό Μουσείο του νησιού, με εικόνες και ιερά κειμήλια από τη Μύρινα και τα χωριά. Από την άλλη μεριά της πόλης, πέρα από το λιμάνι, ο Τούρκικος γυαλός. Υπήρχαν παλιότερα εδώ τα χαμηλά σπίτια φτωχών Οθωμανών και
πιο πέρα το κοιμητήριό τους. Εδώ εγκαταστάθηκαν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών οι πρόσφυγες από τη Μάδυτο της Προποντίδας και η γειτονιά ονομάστηκε Νέα Μάδυτος.
Από το λιμάνι της αγοράς, πλακόστρωτος ο δρόμος, στις δυο πλευρές του τα μαγαζιά. Άλλοτε γινόταν εδώ όλες οι οικονομικές συναλλαγές, σήμερα τα μεγαλύτερα καταστήματα μεταφέρονται σε χώρους εύκολα προσπελάσιμους με το αυτοκίνητο. Η αγορά τείνει να γίνει τμήμα της παλιάς πόλης. Ο Μητροπολίτικος Ναός της πόλης, η Αγία Τριάδα, χτίστηκε πάνω στα ερείπια παλιότερης εκκλησίας το 1724. Στα 1770, μετά τα Ορλωφικά, οι Τούρκοι την γκρέμισαν. Τότε στην ξύλινη γέφυρα – πέτρινη σήμερα – που υπάρχει μπροστά στο Ναό απαγχονίστηκε ο Μητροπολίτης Ιωακείμ και 300 πρόκριτοι του νησιού σφαγιάστηκαν κάτω στο λιμάνι. Το 1835 άρχισε να χτίζεται και πάλι, με λεφτά που πρόσφεραν οι Λημνιοί καραβοκύρηδες της εποχής. Πλούσιος είναι ο εσωτερικός διάκοσμος της εκκλησίας και ιδιαίτερα εντυπωσιακό το ξυλόγλυπτο τέμπλο του.
Όλες οι παραλίες της Μύρινας είναι καθαρές, και ο Τούρκικος γυαλός και ο Ρωμέικος και τα Ρηχά Νερά έχουν διακριθεί με Γαλάζιες Σημαίες. Στο δρόμο προς τον Κοντιά
εθρίσκεται η παραλία του Νεβγάτη ή του Ζυματά όπως αλλιώς ονομάζεται. Υπήρχαν εδώ βυζαντινοί οικισμοί το 14ο αιώνα και μετόχια Μοναστηριών. Ό,τι έχει απομείνει σήμερα είναι η εκκλησία της Παναγίας
της Κακαβιώτισσας χτισμένη μέσα στο βράχο.
Αν το σημερινό χωριό Αγγαριώνες είναι η Αρειώνη/Αριώνη των μοναστηριακών απογραφικών πρακτικών του 1355 ή οι Καρυώνες που αναφέρονται στους κώδικες της Μονής Παντοκράτορος, δεν το ξέρουμε. Η Μονή
Παντοκράτορος πάντως φαίνεται πως είχε αξιόλογη περιουσία στην περιοχή: Tο μετόχι Άνω
Χωρίων, τη Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και έναν Πύργο, τον Αλεξόπυργο, γνωστό κυρίως για τη
Ρωσική του καμπάνα. Ο πύργος ονομάστηκε έτσι για να τιμηθεί ο ιδρυτής της Μονής του Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, Αλέξιος ο Κομνηνός ή Αλέξιος Στρατηγόπουλος. Η Νέα Κούταλη είναι προσφυγικό χωριό. Δημιουργήθηκε το 1926, όταν 351 κάτοικοι από το Κούταλη της Προποντίδας εγκαταστάθηκαν εδώ. Σφουγγαράδες στην πατρίδα τους, συνέχισαν και εδώ την πατροπαράδοτη τέχνη. Κατέβαιναν παλιότερα μέχρι τις ακτές της
Βόρειας Αφρικής.
Διάσημος συντοπίτης τους, ο Παναγής ο Κουταλιανός, παλαιστής και αρσιβαρίστας στα τέλη του περασμένου αιώνα. Οι φωτογραφίες του – φορά το δέρμα της τίγρης που
έχει σκοτώσει – κοσμούν πολλά σπίτια του χωριού.
Ο Κάσπακας είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά του νησιού. Ιδρύθηκε στα τέλη του 11ου αιώνα ή στις αρχές του 12ου από το ναύαρχο του Βυζαντινού στόλου Κάσπακα σε κτήμα που του παραχώρησε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ ο Κομνηνός. Λέγεται πως εδώ κατέφυγε καταδιωκόμενος από Φράγκους και Βενετούς ο Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος, σφετεριστής του θρόνου της Κωνσταντινούπολης και αυτοκράτορας το μοιραίο βράδυ της 12ης του Απρίλη του έτους 1204, που η Κωνσταντινούπολη παραδινόταν στα χέρια των Σταυροφόρων. Το ακρωτήριο βόρεια του Κάσπακα φέρει το όνομά του. Γνωστές παραλίες του χωριού, ο Άγιος Γιάννης – πάνω στα βράχια της ακτής είναι χτισμένο το ομώνυμο εκκλησάκι, οπωσδήποτε πριν από το 1858 – και ο Καρβουνόλακκας. Η γύρω έκταση αποτελούσε μετόχι της Μονής του Αγίου Στεφάνου του Κασταμονίτου ήδη από το 1363. Καθώς το νερό ήταν άφθονο εδώ στεγάστηκαν τα πλυσταριά του χωριού. Ο Κορνός αναφέρεται για πρώτη φορά σε απογραφικά πρακτικά το 1361 που αφορούν τις ιδιοκτησίες της Μέγιστης Λαύρας στην περιοχή. Αναφέρεται πως οι κάτοικοι του χωριού – Κορωνός την εποχή εκείνη – είχαν παραχωρηθεί στο μοναστήρι ως πάροικοι. Μέχρι το 1914 αποτελούσε Δήμο και το χωριό μάλλον ευημερούσε. Δεν είναι τυχαίο πως από εδώ κατάγονται πολλοί από αυτούς που αργότερα
έχτισαν τα σπίτα τους στο Ρωμέικο γυαλό. Μαζί με το Δήμο Μυριναίων ο Κορνός σήμερα εκμεταλλεύεται τα Θέρμα, τις ιαματικές πηγές της περιοχής. Τα Θέρμα λειτουργούσαν ήδη από το 1415. Σβέρδια ονομαζόταν παλιότερα η Δάφνη, κι ακόμα πιο παλιά, το 13ο αιώνα Σιβέρδια. Εδώ η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων – Κοσμά και Δαμιανού – που θεμελιώθηκε το 1856 όταν βρέθηκε η εικόνα των Αγίων σε κρύπτη σκμμένη στη γη. Οι Άγιοι και σήμερα θεωρούνται θαυματουργοί. Κατά μια παράδοση, τα άφθονα νερά της περιοχής είναι αποτέλεσμα ενός θαύματος του Αγίου Αθανάσιου του Αθωνίτη. Περνούσε κάποτε ο Άγιος από εδώ, δίψασε, χτύπησε το ραβδί του στο χώμα και ανάβρυσε άφθονο το νερό. Η παραλία στο Γομάτι αποτελεί μια από τις πιο εκτεταμένες αμμουδιές του νησιού. Στην περιοχή υπήρχαν το 14ο αιώνα πολλοί μικροί οικισμοί και δυο μετόχια: Των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης και αυτό της Θεομήτορος, που ήταν το πλουσιότερο της Μέγιστης Λαύρας στη Λήμνο. Μέχρι το 1928 ζούσε εδώ ένας καλόγερος. Στη Μονή της Θεομήτορος ανήκε και το ακατοίκητο νησί Σεργίτσι – ο Σιδερίτης των Βυζαντινών. Η Παπιά – παραλία στα ανατολικά – θεωρείται εξαιρετικός ψαρότοπος.
Το Λιβαδοχώρι αναφέρεται σε χρυσόβουλο το 1355 ως Λιβατοχώριο ή Λιβαδοχώριον. Αναπτύχθηκε γρήγορα, αφού βρίσκεται στο κέντρο μιας εκτεταμένης πεδιάδας. Μέρος της σημασίας του πρέπει να οφείλεται στο γειτονικό Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, όπου είχε μεταφερθεί προσωρινά η Μητρόπολη της Λήμνου μετά το 1390 και πριν από το 1447 και που κατείχε 3000 στρέμματα, τα
ευφορότερα του νησιού. Λέγεται πως ο ίδιος ο
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος παραχώρησε το μοναστήρι στους Λημνιούς προκειμένου να καλύψουν με τα έσοδά του εκπαιδευτικούς και εκκλησιαστικούς σκοπούς. Στις αρχές του
19ου αιώνα με σουλτανικό φιρμάνι παραχωρήθηκε στη χριστιανική κοινότητα του νησιού. Έκτοτε διοικείται από Παλλημνιακή Επιτροπή. Το Βάρος είναι χτισμένο πάνω σε χαμηλό έξαρμα του εδάφους, πάνω στο οποίο διακρίνονται μισογκρεμισμένοι ανεμόμυλοι. Κάποτε, λέει, την εποχή ενός φοβερού λοιμού, στον ύπνο μιας γυναίκας παρουσιάστηκε ένας άνδρας και της είπε να φτιάξει μια κλώστη
μονομερίτικη και με αυτή να κυκλώσει το χωριό, για να το γλυτώσει από το θανατικό. Όταν η γυναίκα τον ρώτησε ποιός ήταν, της είπε πως το πρωί θα τη περίμενε πίσω από τη θύρα της εκκλησίας του χωριού, του Αγίου Χαραλάμπους. Το πρωί η γυναίκα δε βρήκε παρά την εικόνα του Αγίου πίσω από την πόρτα, η οποία όμως είχε μετακινηθεί από το εικονοστάσιο. Από τότε οι κοπέλες του χωριού του Αγίου Χαραλάμπους το κυκλώνουν με μια κλωστή μονομερίτικη.
Το Κοντοπούλι είναι από τα μεγαλύτερα χωριά του νησιού. Καθώς τα εδάφη εδώ είναι ιδιαίτερα παραγωγικά και καθώς οι κάτοικοί του επιδόθηκαν με ιδιαίτερο ζήλο στην καλλιέργειά τους, γνώρισε μεγάλη ακμή, κυρίως τον περασμένο αιώνα. Παρά τις καταστροφές που προξένησαν οι Γερμανοί την περίοδο 1941- 1944, διατηρεί μέρος από την αλλοτινή του αίγλη. Το 1948 εξόριστος στο Κοντοπούλι ήταν ο Γιάννης Ρίτσος, οι παλιότεροι τον θυμούνται ακόμα. Εδώ έγραψε το
"Καπνισμένο Τσουκάλι".
Ανατολικά της Καλλιόπης βρίσκεται ο όρμος του Κέρος. Αμμόλοφοι κατά μήκος της παραλίας και εξαιρετικά ρηχά τα νερά του. Μεταξύ του χωριού και του όρμου η Χορταρόλιμνη.
Συγκεντρώνει τα νερά των βροχών το χειμώνα και κοπάδια περαστικών πουλιών βρίσκουν εδώ καταφύγιο: αγριόχηνες, αγριόπαπιες, κύκνοι, ξυλόκοτες. Στα τέλη του 18ου αιώνα αναφέρεται για πρώτη φορά και το Ρωμανού. Το χωριό είναι γνωστό κυρίως για την πέτρα του, γκριζόμαυρος γρανίτης, από την οποία είναι χτισμένα τα περισσότερα από τα αρχοντικά του νησιού. Στην είσοδο του χωριού υπάρχει μια βρύση – αγίασμα που ανακαινίστηκε το 1849. Η εκκλησία της Γέννησης χτίστηκε λίγο νωρίτερα, το 1830. Οι αγιογραφίες του τέμπλου, αλλά και ολόκληρου του εσωτερικού είναι έργο του γνωστού Ίμβρου αγιογράφου Ευστρατίου Χαϊμεντέ. Έξω από το χωριό υπάρχει η εκκλησία του Αγιου Κωνσταντίνου, με το εντυπωσιακό πέτρινο τέμπλο της. Το πανηγύρι στη γιορτή του Αγίου συγκέντρωνε πιστούς από όλο το νησί, αλλά και σήμερα εξακολουθεί να είναι το πιο πολύκοσμο.
Ο Μούδρος συνεχίζει να είναι το εμπορικό κέντρο της Ανατολικής Λήμνου.
Το 1380 περίπου αποτελούσε μετόχι της Μονής Βατοπεδίου. Το 18ο αιώνα έσωζε δυο κάστρα: Αυτό του Μούδρου και αυτό που ο Μέγας Στρατοπεδάρχης Αστράς
χάρισε στη Μονή Βατοπεδίου. Σήμερα διαθέτει δυο εκκλησίες: Των Ταξιαρχών που μάλλον χτίστηκε το 1370 και της Ευαγγελίστριας που χτίστηκε το 1904. Ο Μούδρος οφείλει τη
σημασία του κυρίως στο λιμάνι. Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, αν όχι το καλύτερο. Ο κόλπος του Μούδρου, προστατευμένος από τους βορείους ανέμους και από τα ρεύματα των Δαρδανελλίων, είναι πλωτός ακόμα και από μεγάλα θωρηκτά. Αυτό και μόνο του δίνει σπουδαία στρατηγική σημασία. Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους αποτέλεσε ορμητήριο του Παύλου Κουντουριώτη – δική του δωρεά είναι ο Επιτάφιος της Ευαγγελίστριας. Την περίοδο 1914 – 1916 ήταν ναυτική βάση των Συμμάχων για τις επιχειρήσεις της Καλλίπολης και των Δαρδανελλίων, αλλά και βάση του ανεφοδιασμού τους. Αγκυροβόλησαν τότε στον κόλπο ως και 500 πλοία και φιλοξενήθηκαν στην περιοχή ως και 30.000 στρατιώτες. Η παρουσία τους συντέλεσε τότε στην άνθιση του εμπορίου. Τα Καμίνια αναφέρονται ήδη από το 1346 σε
απογραφικά πρακτικά. Η περιοχή ωστόσο είναι γνωστή για τις αρχαιότητές της: Ο προϊστορικός οικισμός της Πολιόχνης, οι λαξευμένοι στους βράχους τάφοι και βεβαίως η περίφημη στήλη των Καμινίων. Πρόκειται για μια πλάκα
που βρέθηκε εντοιχισμένη τον
περασμένο αιώνα στο εκκλησάκι του Αγίου Αλέξανδρου και έκτοτε πολλές διαφωνίες έχει προκαλέσει σε αρχαιολόγους, γλωσσολόγους και φιλόλογους. Απεικονίζεται η μορφή ενός πολεμιστή με δόρυ. Έχουν χαραχτεί πάνω της δυο επιγραφές, στο
Ελληνικό αλφάβητο, που αποδίδουν όμως άγνωστη μέχρι σήμερα γλώσσα. Η παράδοση αναφέρει πως η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου χτίστηκε όταν η Παναγία παρουσιάστηκε στο όνειρο μιας πιστής και της υπέδειξε να βρει την εικόνα της και να χτίσει εκεί ναό. Σήμερα παράγουν στο χωριό μια μοναδική ποικιλία γλυκάνισου, απαραίτητο για την απόσταξη του
Λημνιακού ούζου.
Η Φυσίνη αναφέρεται μόλις στα μέσα του περασμένου αιώνα. Ωστόσο στην περιοχή υπάρχουν ερείπια
Μεσαιωνικών κτισμάτων. Τα τοπωνύμια της περιοχής απαντώνται σε αγιορείτικα πρακτικά ήδη από το 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικό είναι ότι εδώ, όπως και στην Αγία Σοφία, διασώζεται ο τύπος του αγροτικού σπιτιού με την αξάτη να προεξέχει μπροστά από την έξοδο. Έξω από το χωριό, ο Άγιος Σώζων, πολιούχος της Λήμνου. Συγγραφέας: Όλγα Ματζάρη
|
|||
|
|